Θυμάμαι ακόμη τη μυρωδιά του σπιτιού όταν έμπαινα μικρή και άκουγα τη μητέρα μου στην κουζίνα, ενώ οι μυρωδιές από τα μαγειρέματα της ξεχύνονταν σε όλα τα δωμάτια. Δεν την έβλεπα πάντα αμέσως, αλλά ήξερα ότι ήταν εκεί -σαν μια υπόσχεση ότι ο κόσμος, όσο κι αν έξω ήταν σκληρός, μέσα είχε ένα σημείο σταθερό, το σημείο αναφοράς μου σε κάθε «μαμά» που φώναζα.
Θυμάμαι τη φωνή της να με φωνάζει, δεκάχρονο κορίτσι εγώ, μετά από ατέλειωτες ώρες παιχνιδιού στη γειτονιά, να γυρίσω σπίτι για το μεσημεριανό. Τηγανητές πατάτες να μοσχοβολούν από την κουζίνα, η παιδική μου φίλη πάντα δίπλα μου και η αδελφή μου μωρό δυο χρονών να τριγυρνά στη κουζίνα γκρινιάζοντας που δεν την αφήναμε να βοηθήσει στο στρώσιμο του τραπεζιού, ενώ ο πατέρας είχε μόλις γυρίσει κουρασμένος από το μεροκάματο. Όλα έμοιαζαν απλά τότε, σχεδόν αυτονόητα, σαν η μέρα να μην μπορούσε να είναι τίποτα άλλο πέρα από αυτό το μικρό σύμπαν θαλπωρής και φωνών που μπλέκονταν μεταξύ τους. Ήταν ευτυχία!
Μεγαλώνοντας, καταλαβαίνω πόσο βαθιά χαραγμένες είναι αυτές οι στιγμές μέσα μου. Η έννοια της οικογένειας δεν ήταν ποτέ μια λέξη -ήταν εκείνες οι μυρωδιές, τα πρόσωπα, η αίσθηση ότι ανήκεις κάπου χωρίς να χρειάζεται να το διεκδικήσεις. Και όσο περνά ο καιρός, τόσο πιο καθαρά βλέπω πόσο τυχερή ήμουν που το έζησα αυτό, σαν ένα φως που συνεχίζει να με ακολουθεί ακόμα κι όταν όλα γύρω έχουν αλλάξει.
Τώρα που η μαμά μου δεν υπάρχει πια, δεν έχει χαθεί μόνο εκείνη. Έχει χαθεί και εκείνη η αίσθηση ότι κάπου πάντα υπάρχει ένα «επιστρέφω» η ένα «ανήκω». Η απώλεια της μητέρας δεν έρχεται σαν γεγονός μόνο. Έρχεται σαν αργή μετατόπιση της γης κάτω από τα πόδια σου. Στην αρχή νομίζεις ότι μπορείς να σταθείς. Μετά συνειδητοποιείς πως κάτι θεμελιώδες έχει αλλάξει μέσα σου και τίποτα δεν επιστρέφει στην παλιά του θέση.
Η μητέρα δεν είναι μόνο πρόσωπο
Είναι ρυθμός, είναι πρώτος κόσμος, είναι το σημείο από το οποίο ξεκινά η αίσθηση της ασφάλειας και της ύπαρξης. Όταν η μητέρα φεύγει από τη ζωή, δεν χάνεται μόνο ένα πρόσωπο. Διαρρηγνύεται ένα εσωτερικό σύστημα αναφοράς. Η ενήλικη κόρη βρίσκεται συχνά αντιμέτωπη με μια παράδοξη συνθήκη: ενώ έχει ήδη ενηλικιωθεί, νιώθει σαν να της αφαιρείται το τελευταίο σημείο παιδικής γείωσης. Η ανεξαρτησία της αποκτά βάρος διαφορετικό -όχι ως ελευθερία, αλλά ως μοναχική ευθύνη.
Και όμως, μέσα σε αυτή τη ρήξη, αναδύεται κάτι βαθιά υπόγειο: η συνέχιση του δεσμού. Η μητέρα δεν παύει να υπάρχει μόνο επειδή δεν υπάρχει σωματικά. Επιβιώνει στις χειρονομίες που επαναλαμβάνουμε χωρίς να το συνειδητοποιούμε, στον τρόπο που αντιδρούμε στη φροντίδα ή στην έλλειψή της, στις εσωτερικές φωνές που μας καθησυχάζουν ή μας κρίνουν.
Η σχέση δεν τελειώνει· μετασχηματίζεται
Η σχέση μητέρας - κόρης είναι ένας δεσμός που δεν μοιάζει με κανέναν άλλον. Είναι αγάπη, αλλά και καθρέφτης. Είναι φροντίδα, αλλά και σύγκρουση. Είναι όλα όσα δεν ειπώθηκαν εγκαίρως και όλα όσα ειπώθηκαν λάθος. Και όμως, ακόμη κι εκεί μέσα, υπάρχει κάτι αδιαπραγμάτευτο: μια βαθιά ρίζα που δεν κόβεται, ακόμη κι όταν το δέντρο έχει πια μείνει μόνο του. Υπάρχουν στιγμές που τη «βρίσκεις» σε μικρές κινήσεις σου. Στον τρόπο που ακουμπάς το μέτωπό σου όταν κουράζεσαι. Στον φόβο που νιώθεις όταν κάτι καλό συμβαίνει, σαν να περιμένεις να χαθεί. Ή στην ανάγκη σου να σταθείς δυνατή, ακόμη κι όταν δεν χρειάζεται πια να αποδείξεις τίποτα σε κανέναν. Σε κάθε «ωχ μάνα μου» που λες όταν όλα σου φαίνονται βουνό, χωρίς μονοπάτι, χωρίς ακτίνα φωτός.
Όταν η μητέρα φεύγει, η κόρη παύει να είναι κόρη, παύει να είναι το παιδί κάποιου. Μεγαλώνει απότομα μέσα σε μια εσωτερική μοναξιά που δεν ζήτησε. Μαθαίνει να συνεχίζει χωρίς να έχει πια εκείνο το βλέμμα που κάποτε της έλεγε «Παιδί μου την ευχή μου να έχεις» ή «Τι συμβαίνει; Γιατί είσαι σκυθρωπή; Μη σε νοιάζει τίποτα όσο ζω εγώ.. μαζί θα το ξεπεράσουμε». Και τότε αρχίζει μια παράξενη συνομιλία: αυτή που δεν γίνεται πια με τη φωνή, αλλά με τη μνήμη.
Για πολλές γυναίκες, η μητέρα γίνεται εσωτερικό σημείο αναφοράς. Άλλοτε ως παρηγοριά, άλλοτε ως αυστηρότητα, άλλοτε ως επιθυμία επανόρθωσης όσων δεν ειπώθηκαν ή δεν πρόλαβαν να συμβούν. Στην ενήλικη ζωή, αυτός ο εσωτερικός διάλογος επηρεάζει βαθιά τις σχέσεις, την αυτοεκτίμηση, ακόμη και τον τρόπο που βιώνεται η αγάπη: ως ασφάλεια ή ως απώλεια, ως εγγύτητα ή ως φόβος αποχωρισμού.
Η απώλεια της μητέρας δεν «κλείνει» ποτέ πραγματικά.
Αυτό που αλλάζει είναι η θέση της μέσα μας. Από εξωτερική παρουσία γίνεται εσωτερική παρουσία. Από σώμα γίνεται μνήμη. Από φωνή γίνεται σιωπή που όμως συνεχίζει να μιλά και να σε προσέχει με όποια θετική μορφή ενέργειας έρχεται στο δρόμο σου. Ίσως η πιο βαριά αλήθεια είναι ότι η μητέρα δεν «φεύγει» ποτέ ολοκληρωτικά. Μένει μέσα σου σαν τρόπος να αγαπάς, σαν τρόπος να φοβάσαι, σαν τρόπος να αντέχεις.
Και ίσως εκεί βρίσκεται η πιο βαριά αλλά και πιο ανθρώπινη αλήθεια: ότι η μη ύπαρξη δεν είναι απόλυτη. Είναι ένας άλλος τρόπος ύπαρξης, πιο ήσυχος, πιο αόρατος, αλλά βαθιά καθοριστικός. Γιατί η μητέρα, ακόμη και όταν δεν υπάρχει, συνεχίζει να διαμορφώνει τον τρόπο που υπάρχουμε εμείς.


